Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Οι γερμανικές αποζημιώσεις



(Επιτέλους) μια εκτενής και τεκμηριωμένη αναφορά στις γερμανικές αποζημιώσεις..


του Ζήση Δ. Παπαδημητίου


Έχουν περάσει εξήντα έξι χρόνια από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων για τις καταστροφές που προκάλεσαν τα γερμανικά κατοχικά στρατεύματα στη χώρα μας παραμένει ακόμη ανοιχτό, τουλάχιστον για τον ελληνικό λαό, αφού τόσο η Γερμανία όσο και η ελληνική κυβέρνηση δεν δείχνουν την όποια διάθεση να το ανακαινίσουν. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς γερμανών επιστημόνων, το ύψος των αποζημιώσεων ανέρχεται στο ποσό των 78,958 δις Ευρώ με βάση τις τιμές του 2010, ποσό που αν το διεκδικούσε η χώρα μας δεν θα βρισκόταν στο έλεος της Τρόικα!

Ερωτηματικά προκαλεί το γεγονός ότι οι μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις, για λόγους που συνεχίζουν να παραμένουν αδιευκρίνιστοι, δεν διεκδίκησαν τις πολεμικές αποζημιώσεις. Το περίεργο είναι ότι δεν υπάρχουν ή αν υπάρχουν δεν έχουν δεί ακόμη το φως της δημοσιότητας σχετικά έγγραφα που να επιβεβαιώνουν ή και να διαψεύδουν πιθανές μυστικές διαπραγματεύσεις και συμφωνίες μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις. Η Γερμανία τηρεί «σιγή ιχθύος», αρνούμενη ουσιαστικά να συζητήσει καν το θέμα, ενώ οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν τολμούν ή δεν θέλουν να διεκδικήσουν σθεναρά τις γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις και μάλιστα σήμερα που η χώρα μας βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού και κινδυνεύει να μετατραπεί σε προτεκτοράτο της Γερμανίας.

Όπως μας πληροφορεί ο Γερμανός ιστορικός Χάγκεν Φλάϊσερ, τον Μάρτιο του 1948, πριν ακόμα ιδρυθεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Συμβούλιο Πολιτικών Υποθέσεων της ελληνικής κυβέρνησης συνεδρίασε για το ΄Γερμανικό Ζήτημα΄. Ο προεδρεύων Παναγιώτης Πιπινέλης δήλωσε τότε, πως ενόψει των νέων συσχετισμών του Ψυχρού Πολέμου, η Γερμανία θα πρέπει να ανορθωθεί και πως στην προσπάθεια αυτή θα πρέπει να συμβάλουμε κι εμείς στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, γιατί είναι προς το συμφέρον μας.

Στη Συνδιάσκεψη των δυτικών νικητριών δυνάμεων που έλαβε χώρα στις 14 Ιανουαρίου 1946 στο Παρίσι και στην οποία συμμετείχε με εκπροσώπους της και η Ελλάδα συζητήθηκε και ψηφίστηκε το Σύμφωνο Αποζημιώσεων, σύμφωνα με το οποίο η ηττηθείσα Γερμανία κλήθηκε να καταβάλει αποζημιώσεις στους νικητές συνολικά ύψους 7,1 δις δολαρίων με βάση την αγοραστική δύναμη του 1938. Στη χώρα μας επιμερίστηκε το 3,5% αυτού του ποσού ως αποζημίωση για τις καταστροφές που υπέστη στην Κατοχή, συν το δάνειο που εξαναγκάστηκε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος να χορηγήσει το 1942 για την κάλυψη εξόδων συντήρησης των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ΗΠΑ, ενόψει του ψυχρού πολέμου, φρόντισαν, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, να μην θέσει κανείς από τους συμμάχους θέμα αποζημιώσεων μέχρι μια μελλοντική επανένωση της Γερμανίας, με αποτέλεσμα τα θύματα της γερμανικής κατοχής, μαζί και οι Έλληνες ήταν εξαναγκασμένα να αποποιηθούν το δικαίωμά τους για αποζημίωση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γερμανός Καθηγητής του London School of Economics Albrecht Ritschl σε πρόσφατη συνέντευξή του στο έγκυρο περιοδικό «Der Spiegel» (3/10/2011).

Με βάση της Συμφωνία του Λονδίνου, του 1953, οι γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις θα έπρεπε να τεθούν ξανά υπό διαπραγμάτευση. Ο τότε Καγκελάριος της Γερμανίας Χέλμουτ Κολ αρνήθηκε ωστόσο να υλοποιήσει αυτή τη Συμφωνία, και έτσι η Γερμανία πλήρωσε ελαχιστότατες αποζημιώσεις μετά το 1990. «Η Ελλάδα – αναφέρει- είναι ένα από τα κράτη που δεν πήραν δεκάρα…. Το περίφημο ‘γερμανικό θαύμα’ συντελέστηκε πάνω στις πλάτες άλλων Ευρωπαίων. Αυτό δεν το ξεχνούν οι Έλληνες». Κι όμως οι ελληνικές μεταπολεμικές κυβερνήσεις κώφευσαν και συνεχίζουν να κωφεύουν!

Κι όμως δόθηκαν πολλές ευκαιρίες στη χώρα μας, να διεκδικήσει τις πολεμικές αποζημιώσεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση Μαξ Μέρτεν, διοικητή των στρατευμάτων κατοχής στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 1941-1944, που έδινε στην Ελλάδα τη δυνατότητα να θέσει επί τάπητος το θέμα των αποζημιώσεων. Τον Απρίλιο του 1957, συγκεκριμένα, και επί κυβερνήσεως της ΕΡΕ, ο Μέρτεν επισκέφθηκε την Αθήνα για ιδιωτικούς λόγους, συνελήφθη από τις ελληνικές αρχές, οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη με την κατηγορία της διάπραξης εγκλημάτων πολέμου και στις 5 Μαΐου 1959 καταδικάστηκε σε 25 χρόνια κάθειρξη. Ο Μέρτεν ωστόσο δεν εξέτιε την ποινή του. Ύστερα από παρέμβαση της γερμανικής κυβέρνησης αφέθηκε ελεύθερος και απελάθηκε στην πατρίδα του. Τη στάση αυτή της ελληνικής πολιτείας αντάμειψε η γερμανική κυβέρνηση με τη χορήγηση, το Μάρτιο του 1960, 115 εκ. γερμανικών μάρκων υπό τα μορφή αποζημιώσεων για όσους Έλληνες πολίτες υπήρξαν, κατά την Κατοχή, θύματα φυλετικών, θρησκευτικών και ιδεολογικών διώξεων. Την ίδια χρονιά εισέρρευσαν στην Ελλάδα ακόμη 27,576 εκ. δολάρια που προορίζονταν για την αποζημίωση ατόμων που δεινοπάθησαν, αν και το Σύμφωνο Αποζημιώσεων του 1946 δεν προέβλεπε τέτοιου είδους αποζημιώσεις. Το 2003 ακολούθησε μια Τρίτη δόση ύψους 20 εκ. Ευρώ, αποζημίωση για εκείνους τους Έλληνες πολίτες που μεταφέρθηκαν στη Γερμανία και εξαναγκάστηκαν να δουλεύουν ως Zwangsarbeiter. Με βάση την αγοραστική δύναμη του 2010, η Ελλάδα εισέπραξε συνολικά 1,781 δις δολάρια από τα 106,7 δις δολάρια (με σημερινές τιμές 78,958 δις Ευρώ) που είχαν επιμεριστεί στη χώρα μας στη συνάντηση των Παρισίων του 1946.(1)

Το ερώτημα, γιατί οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν διεκδίκησαν τις πολεμικές αποζημιώσεις, συνεχίζει να απασχολεί την ελληνική κοινωνία, δεδομένης της μέχρι τώρα αρνητικής στάσης της Γερμανίας σε ό,τι αφορά το ελληνικό δημόσιο χρέος και την «προ των θυρών» χρεοκοπία της χώρας μας.

Ο Γερμανός οικονομολόγος Winfried Wolf σε πρόσφατο άρθρο του με θέμα την Ελλάδα, αφήνει να εννοηθεί ότι η ένταξη της χώρας μας στην Ευρωζώνη ήταν αποτέλεσμα πολιτικού παζαρέματος και συμβιβασμών μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας. Επισημαίνει ότι ενώ το 1998, όταν ιδρύθηκε η Ευρωζώνη, η Γερμανία υποστήριζε την άποψη πως η Ελλάδα δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την ένταξή της στο Ευρώ, δύο χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα την 1 Ιανουαρίου 2001 άλλαξε γνώμη και ήταν υπέρ της ένταξης της χώρας μας στον ΟΝΕ. Η Ελλάδα, δηλαδή, «πέτυχε» ξαφνικά και σε διάστημα μόλις έξι μηνών να προσαρμόσει τους οικονομικούς της δείκτες στις απαιτήσεις της ΟΝΕ, όταν οι άλλες χώρες-μέλη της Ευρωζώνης χρειάστηκαν τουλάχιστον τρία χρόνια εργώδους προσαρμογής. Τί ήταν όμως αυτό που εξανάγκασε τη Γερμανία ν’ αλλάξει γνώμη και να τοποθετηθεί υπέρ της ένταξής μας στο Ευρώ; Όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας του άρθρου, η αλλαγή στάσης της γερμανικής κυβέρνησης ήταν μάλλον αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου της Λεβαδιάς το Φθινόπωρο του 1997 άνοιγε το δρόμο για την εκδίκαση αποζημιώσεων για τα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας, απόφαση η οποία ανησύχησε τη γερμανική κυβέρνηση, η οποία θεωρούσε το θέμα των αποζημιώσεων λήξαν! Στις 4 Μαίου 2002, ο Άρειος Πάγος επικύρωσε τη δικαστική απόφαση του Πρωτοδικείου Λεβαδιάς σύμφωνα με την οποία η Γερμανία καλούνταν να αποζημιώσει με το ποσόν των 54 εκ. Ευρώ τα θύματα της σφαγής του Διστόμου. Η κυβέρνηση της Γερμανίας δια στόματος του τότε υπουργού εξωτερικών Γίοσκα Φίσερ, ανακοίνωσε πως δεν προτίθεται να καταβάλει το ποσό, ενώ ο Άρειος Πάγος άναψε το πράσινο φως για τη δήμευση γερμανικών περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα. Και «ώ, του θαύματος», στις 24 Μαίου 2000 το Υπουργικό Συμβούλιο της Γερμανίας ψήφισε τελικά υπέρ της ένταξης της χώρας μας στην ΟΝΕ. Τί συνέβη λοιπόν; Όταν η δικαστική κλητήρας εμφανίστηκε μπροστά στο γερμανικό Ινστιτούτο Γκαίτε των Αθηνών, προκειμένου να εκτελέσει την απόφαση του Αρείου Πάγου, δημεύοντας γερμανικό περιουσιακό στοιχείο, στην προκειμένη περίπτωση το κτίριο του Ινστιτούτου Γκαίτε, ο τότε Έλληνας Υπουργός Δικαιοσύνης άλλαξε γνώμη, δηλώνοντας ότι η εκτέλεση της απόφασης απαιτεί και τη συγκατάθεση του Υπουργού Δικαιοσύνης, την οποία όμως και δεν έδωσε, εμποδίζοντας έτσι τη δήμευση γερμανικών περιουσιακών στοιχείων(2) . Η παρέμβαση αυτή, όπως τονίζει ο συγγραφέας, παρέπεμψε και πάλι το θέμα των αποζημιώσεων στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

(1)Βλ. Karl-Heinz Roth, „Kahlfraß“(Κρανίου Τόπος) καθώς και „Die offene Reparationsfrage.Profiteure des Raubzugs müssen zahlen (Το ανοικτό ζήτημα των αποζημώσεων. Οι κερδισμένοι της ληστρικής επιδρομής θα πρέπει να πληρώσουν) στο : Lunapark 21, Zeitschrift zur Kritik der globalen Ökonomie, Heft 15, Herbst 2011, σελ. 41-50 και 51-55.

(2)Βλ.Winfried Wolf, „Wie kam der Euro nach Griechenland ? Verdrängte die Angst vor Entschädigungen für NS-Opfer die Angst vor einem Euro-Debakel ? Πώςέφτασε το Ευρώ στην Ελλάδα ; Παραμέρισε ο φόβος των αποζημιώσεων για τα θύματα του Εθνικοσοσιαλισμού το φόβο μπροστά σε μια πιθανή κατάρρευση του Ευρώ ;), στο : Lunapark 21, Zeitschrift zur Kritik der glonalen Ökonomie, Heft 15, Herbst 2011, 38-41

*Ο Ζήσης Δ. Παπαδημητίου είναι Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Νομικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.


Πηγή: www.protagon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου