Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Ένα στυλάτο,μικρό διαμέρισμα 100 τ.μ. στην συσκευασία των 39 τ.μ.



 Ένας πολύ έξυπνος τρόπος να εκμεταλλευθείς τα διαθέσιμα ''ακριβά'' σου τετραγωνικά.Μέχρι την τελευταία σπιθαμή.Λίγο υπερβολικό σε κάποια σημεία,εξυπηρετώντας τις ιδιαίτερες ανάγκες του ιδιοκτήτη σε άλλα. Κατά γενική ομολογία-όμως, είναι μια πάρα πολύ καλή ιδέα.

 Όταν δεν μπορείς να κάνεις πολλά, δεδομένου του μικρού σου budget, γίνεσαι πολύ εφευρετικός! Έτσι και ο Graham Hill, επιχειρηματίας, δοκίμασε να κάνει το εξής: να χωρέσει ολόκληρη τη ζωή του σε μερικά τετραγωνικά.

  «Ζώντας στη Νέα Υόρκη, αν δεν έχεις πολλά χρήματα να διαθέσεις για μια αξιοπρεπή κατοικία, τότε μπαίνεις στη διαδικασία να σκεφτείς κάτι διαφορετικό: πώς μπορείς να μεταμορφώσεις ή να μετασχηματίσεις, αν θέλετε, έναν περιορισμένο χώρο σε ένα πλήρες, άνετο και λειτουργικό διαμέρισμα που θα σου προσφέρει τα πάντα», λέει ο Graham, ο οποίος είναι και ο σχεδιαστής του πολυμορφικού διαμερίσματος. Γραφείο, ξενώνας, κουζίνα, σαλόνι, υπνοδωμάτιο. Όλα χωράνε εδώ!

 Ανοίξτε τα συρτάρια, τα ντουλάπια, σύρτε τα έπιπλα, συναρμολογήστε, ξεσυναρμολογήστε. Ο Graham τα κατάφερε μια χαρά. Περισσότερα: 8 δωμάτια σε 1: Ένα στυλάτο διαμέρισμα 39 τ.μ. που μεταμορφώνεται!



Πηγή: www.e-radio.gr

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

H ανάγκη επανασχεδιασμού του εκπαιδευτικού συστήματος


 Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του oν που αρέσκεται στο να μαθαίνει.Να απορροφά νέες γνώσεις. Είναι φαινόμενο γονιδιακό. Είναι συνυφασμένο με την εξέλιξή του.

Ο κάθε άνθρωπος-κατά τη γνώμη μου πάντα-γεννιέται με σπόρια (αποφθέγματα) γνώσεων και εμπειριών των προγόνων του. Όταν ''ποτιστούν'' από το κατάλληλο ερέθισμα (γνώσεις-εμπειρίες-συναισθήματα), ''ανθίζουν'' δημιουργώντας την προσωπικότητα.

  Εμπειρισμός στη φιλοσοφία ονομάζεται η θεωρία που υποστηρίζει πως η πηγή και τα συστατικά της ανθρώπινης γνώσης προέρχονται από την εμπειρία που αποκτάται μέσω των αισθήσεων. Αυτές μπορεί να είναι είτε οι πέντε παραδοσιακές αισθήσεις (ακοή, όραση, αφή, οσμή, γεύση) ή εσωτερικές αισθήσεις όπως ο πόνος και η ευχαρίστηση.

 Ο άνθρωπος-όπως και κάθε άλλο ων-στα πρώτα του βήματα στον κόσμο αυτό, έχει ανάγκη την φροντίδα, τη σιγουριά και τη κατανόηση του περιβάλλοντός του.

   Άσχετα με το αν είσαι οπαδός ή όχι της συγκεκριμένης φιλοσοφίας,  μεγάλες σχολές σχετικά με την ''εμπειρική'' φύση και εξέλιξη του ανθρώπου υπάρχουν και δημιουργήθηκαν από άτομα όπως ο Ιμμάνουελ Κάντ, ο Ντενί Ντιντερό και ο Τζων Λοκ. 

 Μεγαλώνοντας, κάθε παιδί-κάτοικος μιας ευνομούμενης χώρας θα πάει στο σχολείο. Το συναίσθημα της λύπης με το οποίο αποχωρίζεται την οικογένεια του την πρώτη μέρα μετατρέπεται στην χαρά του ''μαμά κοίτα τι έμαθα σήμερα στο σχολείο'' στην πλήξη και τέλος στην αποστροφή του.

 Κάτι πρέπει να φταίει για αυτό. Δεν γίνεται ένα πλάσμα που μεγάλωσε απορροφώντας γνώσεις ξαφνικά να βαρέθηκε, να κουράστηκε.Κάτι άλλο πρέπει να φταίει.Μήπως το σχολικό σύστημα και οι κανόνες που το διέπουν?

 Ένα παιδί στην τρυφερή ηλικία των 6 ετών καλείται να ευπρεπίσει τους τρόπους του, να σοβαρευτεί και να ''προοδεύσει''. Και όλα αυτά στην ηλικία αυτή που το παιδί αρχίζει να έχει πίστη στον εαυτό του, αρχίζει να ανακαλύπτει τις δυνατότητες του, ενώ παράλληλα διακατέχεται από υπερκινητικότητα. Το εντάσσεις για πρώτη φορά σε ένα κοινωνικό περιβάλλον και μετά του ζητάς να αποκοπεί.
''Μη μιλάς με τον Γιώργάκη, μη σκουντάς το θρανίο, μη κουνιέ... ''

 Ε αυτό δεν γίνεται.Του αλλάζεις ότι έχει μάθει, του αλλοιώνεις το DNA.

 Και σαν να μην έφτανε όλο αυτό το βάζεις σε ένα στίβο, πρωταθλητισμού και έντονου ανταγωνισμού
στο οποίο του ζητάς να γίνει ''καλύτερο'' από τα άλλα παιδάκια, πιο έξυπνο, πιο ''διαβαστερό''-πιο επιτυχημένο και πλούσιο στο μέλλον. Και όταν τα καταφέρει το επιβραβεύεις.

 Και όταν αυτό το παιδί μεγαλώσει και κάνει οικογένεια θα βγάλει τα κόμπλεξ του στα δικά του παιδιά.Και αντί αυτό να είναι η αποστροφή σε αυτό που εκείνα έζησαν, του υποβάλλεις στην πίεση που δεχόσουν από τους γονείς σου.

 Ας περάσω σε κάτι το οποίο είναι κοινώς αποδεκτό. Στο σύστημα διδασκαλίας. Στις περισσότερες χώρες ο κορμός των μαθημάτων έχουν μια παρεμφερή κλιμάκωση:

 -Θετικές Επιστήμες
 -Θεωρητικές Επιστήμες
 -Ιστορία
 -Έκθεση
 .
 .
 .
 -Μουσική
 -Καλλιτεχνικά

Τα μαθήματα, όπως και  ο τρόπος με τον οποίο υποχρεώνεται ο μαθητής να τα κάνει ''κτήμα'' του μέσω της αποστήθισης, απέχουν πολύ από τον ίδιο τον μαθητή, τον περιορίζουν, αφήνουν ακαλλιέργητο το στοιχείο της φαντασίας και της εφευρετικότητας. Τα προηγούμενα-σε συνδυασμό με την   και καταλήγουν να τον απομακρύνουν από την εκπαιδευτική διαδικασία.



 Με αυτή την ευαίσθητη πτυχή που συνοδεύει τα χρόνια της ενηλικίωσης έχει ασχοληθεί ο Sir Ken Robinson. Ομιλίες του μπορείτε να δείτε, για παράδειγμα, εδώ και εδώ. Εάν θέλετε να εμβαθύνετε στο αντικείμενο μπορείτε να διαβάσετε το Out of Our Minds: Learning to be Creative


   Ένα νέο μοντέλο εκπαίδευσης απαιτείται. Ένα μοντέλο που θα προσαρμόζεται στην εποχή και στους αποδέκτες του. Οι δημιουργοί του θα μπορούσαν να δανειστούν στοιχεία που χρησιμοποιούνται στα σχολεία της  Βόρειας Ευρώπης, εκεί που οι μαθητές ταυτίζουν τη μάθηση με το παιχνίδι, το χόμπι και τον ελεύθερό τους χρόνο.





 Διαφορετικά, θα μπορούσαν να ρίξουν μια ματιά στο μοντέλο της Ακαδημίας Χαν. Σίγουρα δεν αποτελεί πανάκεια αλλά μια καλή αφετηρία..

Ακαδημία Χαν: επανάσταση στο σχολείο!

Οι νόμοι της Μηχανικής στον αθλητισμό: ο δρομέας Γιουσέιν Μπολτ (κέντρο) και οι θεμελιωτές των μαθηματικών της κίνησης, Νεύτων (αριστερά) και Λάιμπνιτς (δεξιά)

  Ο Ινδοαμερικανός Σαλμάν Χαν (Salman Khan) έχει βάλει στόχο να ανατρέψει αυτή τη μακραίωνη παράδοση. Στο σχολείο που έχει στο μυαλό του τα πράγματα συμβαίνουν αντίστροφα. Το απόγευμα οι μαθητές παρακολουθούν στο σπίτι τους ένα βίντεο από το YouTube με το μάθημα της επόμενης ημέρας και το άλλο πρωί, στο σχολείο, συζητούν το μάθημα με τον δάσκαλο και λύνουν τις απορίες τους. Η ιδέα αυτή θεωρείται  η καλύτερη, ως σήμερα, εφαρμογή του Διαδικτύου στην εκπαίδευση και έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον και τις χορηγίες μερικών από τους σημαντικότερους «γκουρού» της Πληροφορικής, μεταξύ των οποίων και του Μπιλ Γκέιτς.

Αφετηρία η σχολική... πλήξη


 Ο πατέρας του Σαλμάν Χαν κατάγεται από το Μπανγκλαντές και η μητέρα του από την Ινδία. Σε νεαρή ηλικία μετανάστευσαν στις ΗΠΑ, όπου γεννήθηκε ο Σαλμάν Χαν. Στο σχολείο φάνηκε ότι ήταν ένα πολύ προικισμένο παιδί, αλλά ο ίδιος αισθανόταν πλήξη στην τάξη, όταν ο δάσκαλος αφιέρωνε την προσοχή του στους αδύνατους μαθητές που είχαν δυσκολίες να κατανοήσουν το μάθημα της ημέρας. Αυτό το στοιχείο θα έμενε απλά ως μια δυσάρεστη ανάμνηση της παιδικής του ηλικίας, αν η τύχη δεν τα έφερνε αλλιώς. Ο νεαρός μετανάστης αποφάσισε να καλύψει τη δίψα του για μάθηση μελετώντας μόνος του και με βάση τις γνώσεις που απέκτησε με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να σπουδάσει στο ΜΙΤ μηχανολόγος μηχανικός. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Harvard, από όπου αποφοίτησε με Μάστερ στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Με αυτό το εφόδιο βρήκε πολύ γρήγορα μια καλοπληρωμένη δουλειά, ως οικονομικός αναλυτής σε ένα  μικρό αμοιβαίο κεφάλαιο (hedge fund). Μια ημέρα του τηλεφώνησε η ξαδέλφη του Νάντια για να της λύσει κάποιες απορίες της στα Μαθηματικά. 

 Ο Σαλμάν Χαν βρισκόταν στη Βοστώνη και η Νάντια 2.000 χιλιόμετρα νοτιότερα, στη Νέα Ορλεάνη, οπότε αναγκάστηκε για αυτό το «ιδιαίτερο μάθημα» να χρησιμοποιήσει το Διαδίκτυο. Κάποιος φίλος του, που είδε το εκπαιδευτικό υλικό που είχε ετοιμάσει για την ξαδέλφη του, τον προέτρεψε να το αναρτήσει στο Διαδίκτυο. Ετσι εμφανίστηκε το πρώτο βιντεο-μάθημα του Σαλμάν Χαν στον ιστότοπο YouTube το 2006. Ακολούθησαν και άλλα βιντεο-μαθήματα και η επιτυχία τους οδήγησε τον Χαν να ιδρύσει το 2008 την εταιρείαΑκαδημία Χαν (Khan Academy) και τελικά το 2009 να παραιτηθεί από τη δουλειά του ως αναλυτή και να αφιερώσει όλο τον χρόνο του στη νέα εταιρεία.



Η αναγνώριση

 Η επιτυχία δεν άργησε να χτυπήσει την πόρτα του «ερασιτέχνη» εκπαιδευτικού. Τον Μάιο του 2010 η Αν Ντερ, σύζυγος του Τζον Ντερ, μεγαλομετόχου του Google και του Twitter, ενίσχυσε την εταιρεία του Χαν με 10.000 δολάρια. Οταν ο Χαν την ευχαρίστησε, λέγοντας ότι ήταν η μεγαλύτερη ως τότε χορηγία, η Αν Ντερ του ζήτησε να συναντηθούν και στη συνέχεια, εντυπωσιασμένη από το όραμα του νεαρού, προχώρησε σε νέα χορηγία ύψους 100.000 δολαρίων. Αυτή η έμπρακτη αναγνώριση της αξίας του έργου του Χαν ήταν και η αρχή της ανάπτυξης της Ακαδημίας. Σε λίγους μήνες είχε λάβει χορηγίες από τα μεγαλύτερα ονόματα της πληροφορικής: 5,5 εκατομμύρια δολάρια από τον Μπιλ Γκέιτς, 2 εκατομμύρια από την Google, 3 εκατομμύρια από την Netflix (βίντεο κατά παραγγελία - video on demand) και 5 εκατομμύρια από τον ιρλανδό μεγαλοεπιχειρηματία Σον Ο' Σάλιβαν (υπολογιστικό νέφος - cloud computing).

  Η οικονομική ανεξαρτησία που προέκυψε από αυτές τις χορηγίες επέτρεψε στον Χαν να προχωρήσει στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαδικτυακής διδασκαλίας, που στηρίζεται σε βιντεο-μαθήματα, online ασκήσεις, καθώς και διαδικτυακές εφαρμογές για την παρακολούθηση της προόδου των μαθητών από τους δασκάλους τους. Το σύστημα αυτό μπορεί να χρησιμοποιείται είτε ως ένα πλήρες εικονικό (virtual) σχολείο, είτε ως μια πρόσθετη δραστηριότητα στο αναλυτικό πρόγραμμα ενός κλασικού σχολείου. Η Ακαδημία σήμερα απασχολεί 38 άτομα και προσφέρει 3.600 βιντεο-μαθήματα, τα οποία έχουν προβληθεί 220 εκατομμύρια φορές από το YouΤube. Επίσης προσφέρει μια συλλογή από 386 ασκήσεις μαθηματικών, οι οποίες έχουν επιλυθεί τον τελευταίο χρόνο 700 εκατομμύρια φορές από τους 5.700.000 μαθητές που επισκέπτονται τον ιστοχώρο της Ακαδημίας κάθε μήνα.     

Το νέο σχολείο


 Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές έχουν εισαχθεί στα σχολεία εδώ και πολλά χρόνια. Ομως δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμη ο τρόπος με τον οποίο αυτό το νέο εργαλείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην καθημερινή σχολική διδασκαλία με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο. Η πρόταση της Ακαδημίας Χαν, που στηρίχθηκε στη σχολική εμπειρία του ιδρυτή της, προσπαθεί ακριβώς να βρει τη βέλτιστη χρήση των υπολογιστών στο σχολείο. Στο κλασικό σχολείο ο δάσκαλος απευθύνεται στον «μέσο» μαθητή, με αποτέλεσμα οι δυνατότεροι μαθητές να βαριούνται και ο δάσκαλος να προχωρεί στην «παράδοση» νέας ύλης προτού οι πιο αδύνατοι κατανοήσουν τα προηγούμενα. 


 Αν όμως οι δυνατότεροι μαθητές κατανοούν το μάθημα της ημέρας από την απογευματινή μελέτη του διαδικτυακού υλικού στο σπίτι τους, τότε ο δάσκαλος έχει περισσότερο διαθέσιμο χρόνο το επόμενο πρωί στο σχολείο για να βοηθήσει τους πιο αδύνατους. Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο, σε αυτό το σημείο, να μεταφέρω την εμπειρία μου από τη φοίτησή μου σε μονοθέσιο Δημοτικό σχολείο στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Το σχολείο είχε μία μόνο αίθουσα με έναν δάσκαλο, ο οποίος δίδασκε εκ περιτροπής τους μαθητές και των έξι τάξεων του Δημοτικού. Οι μαθητές των δύο πρώτων τάξεων ακολουθούσαν ξεχωριστό πρόγραμμα, ενώ η Γ' τάξη είχε συνδιδασκαλία με τη Δ' και η Ε' με τη Στ'. Οσο ο δάσκαλος ήταν απασχολημένος με τους μαθητές μίας ή δύο τάξεων, κρατούσε απασχολημένους τους υπόλοιπους με δουλειά που κανονικά θα γινόταν στο σπίτι. 

 Οσοι τελείωναν γρήγορα μπορούσαν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα των ανώτερων τάξεων ενώ όσοι από τις ανώτερες τάξεις δεν είχαν τίποτα καινούργιο να μάθουν, διάβαζαν βιβλία από τη βιβλιοθήκη του σχολείου. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι μαθητές μπορούσαν να παρακολουθούν τα μαθήματα με τον ρυθμό που αυτοί επέλεγαν. Η διαφορά είναι ότι την εποχή εκείνη η επιτυχία της μεθόδου αυτής εξαρτιόταν από την ικανότητα του εκάστοτε δασκάλου, ενώ με τη μέθοδο του Χαν εξαρτάται μόνο από την ικανότητα ενός επιλεγμένου εκπαιδευτή και την ύπαρξη του Διαδικτύου.

Για περισσότερες πληροφορίες δικτυωθείτε στα:

 www.youtube.com/khanacademy
www.facebook.com/khanacademy
http://twitter.com/#!/khanacademy
https://plus.google.com/109050230672993035916/about

Πληροφορίες για την Ακαδημία Χαν από το www.tovima.gr

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Ο διδακτικός ρόλος των οικονομικών κρίσεων (Μέρος B)



Ο Tαραντίνo και η κρίση του Νότου 


   Όταν δείτε το Django Unchained, τη νέα ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο (την οποία, παρεμπιπτόντως, συνιστώ ανεπιφύλακτα), ίσως να μη διακρίνετε τη σχέση της με την κρίση μας. Τι σχέση, θα αναρωτηθείτε, έχει η δραματική ιστορία ενός σκλάβου στον αμερικανικό Νότο με την τραγωδία του δικού μας ευρωπαϊκού Νότου; Κι όμως, έχει.

   Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ο Νότος ήταν πιο πλούσιος από τον Βορρά, που δεν είχε ακόμη εκβιομηχανιστεί. Ο λόγος συνοψίζεται σε δύο λέξεις: βαμβάκι και σκλάβοι. Στη βάση του πλούτου των Νοτίων, επιχειρηματίες από τη Βόρεια Αγγλία, η οποία τότε ήταν πολύ πλουσιότερη από τον αγγλικό Νότο (καθώς η βιομηχανική επανάσταση έλαβε χώρα στα Midlands και βορειότερα), αποφάσισαν να επενδύσουν τα συσσωρευόμενα κέρδη τους δανείζοντας τις τράπεζες του αμερικανικού Νότου. Ως εχέγγυα γι' αυτά τα δάνεια έπαιρναν τα λεγόμενα cotton-credits, βαμβακο-ομόλογα επί το ελληνικότερον. Για να το πω απλά, οι τράπεζες των νότιων πολιτειών της Αμερικής δάνειζαν τους βαμβακοπαραγωγούς, κρατώντας ως εχέγγυο ομόλογα που τους έδιναν ιδιοκτησιακά δικαιώματα στη μελλοντική παραγωγή βαμβακιού, και τα οποία προωθούσαν στους Άγγλους επενδυτές ως εχέγγυα για τα χρήματα που δανείζονταν, σε αγγλικές λίρες, που κατόπιν δάνειζαν στους ντόπιους βαμβακοπαραγωγούς, σε δολάρια. Εκείνοι χρησιμοποίησαν αυτά τα δανεικά για να αγοράζουν εισαγόμενα από την Ευρώπη, και ιδίως από τη Βρετανία, καταναλωτικά αγαθά. Λέγεται ότι τα μαγαζιά του αμερικανικού Νότου ήταν γεμάτα με πορσελάνες και υφάσματα από την Αγγλία, ακριβά γαλλικά κρασιά, δερμάτινα από τη Βόρεια Ιταλία κ.ο.κ.

   Το επιτόκιο με το οποίο δανείζονταν οι νότιοι Αμερικανοί από τους βόρειους Άγγλους, ώστε να επιδοθούν στον πρωτόγνωρο καταναλωτισμό τους, προσδιοριζόταν από τις βρετανικές τράπεζες (το λεγόμενο Libor, που μόλις τώρα, εν έτει 2013, καταργείται λόγω πρόσφατου σκανδάλου) και για χρόνια ήταν σταθερό, γύρω στο 4%. Με άλλα λόγια έφτανε να πιάσει βήχας το τραπεζικό σύστημα της Βρετανίας για να αρπάξει πνευμονία ο Νότος της Αμερικής.

   Το 1837 ήταν για τη γενιά εκείνη ό,τι το 2008 για τη δική μας: η χρονιά ενός μεγάλου Κραχ. Όπως συμβαίνει σε κάθε παγκόσμιο Κραχ, η ρευστότητα εξαφανίστηκε και οι τράπεζες άρχισαν να ζητούν όλο και υψηλότερο επιτόκιο για να συνεχίσουν να δανείζουν τους πελάτες τους. Αργά, αλλά σταθερά, το Libοr αυξήθηκε από 4% σε 5%, κατόπιν σε 6%, έως ότου, κάποια στιγμή, έφτασε το 9%. Παράλληλα, η ζήτηση για αμερικανικό βαμβάκι στην Ευρώπη μειώθηκε λόγω της ύφεσης που πάντα ακολουθεί ένα Κραχ. Έτσι, οι Αμερικανοί βαμβακοπαραγωγοί ξάφνου φαλίρισαν: τα δάνεια που είχαν συνάψει έγιναν απαγορευτικά ακριβά, ενώ τα έσοδά τους κατέρρεαν. Μαζί τους πτώχευσαν και οι τράπεζες που τους είχαν δανείσει.

   Αντιμέτωπες με το φάσμα της πτώχευσης μεγαλοαγροτών και τραπεζών, οι κυβερνήσεις των πολιτειών άρχισαν να εκδίδουν πολιτειακά ομόλογα ώστε να τους στηρίξουν – ακριβώς όπως τα κράτη της Ευρωζώνης (μαζί τους και το δικό μας) σήμερα δανείζονται για να στηρίξουν το καταρρέον τραπεζικό σύστημα. Για τρία χρόνια, η μεταβίβαση των ιδιωτικών ζημιών στις πλάτες των πολιτειών (δηλαδή των φορολογούμενων) απέδωσε. Αυτό που συνέβη ήταν ότι οι επενδυτές της Βόρειας Αγγλίας δάνειζαν τις πολιτείες ώστε εκείνες να αποπληρώνουν τα δάνεια των τραπεζών προς... αυτούς. Σύντομα, όμως, οι Άγγλοι δανειστές άρχισαν να ανησυχούν ότι, κάποια στιγμή, οι πολιτείες δεν θα μπορούσαν να αποπληρώσουν τα ομολογιακά δάνεια που τους είχαν δώσει.

   Πράγματι, πολύ γρήγορα ο κύκλος της δυστυχίας έκλεισε, καθώς έφτασαν στη Βόρεια Αγγλία τα φρικτά μαντάτα: πρώτη πτώχευσε η πολιτεία του Μισισίπι. Ακολούθησαν η Aλαμπάμα, το Iλινόις, η Iντιάνα, το Mίσιγκαν. Ξάφνου, ένα τοπικό «πρόβλημα» του αμερικανικού Νότου μετετράπη σε εθνική και παγκόσμια κρίση χρέους. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Τζον Κουίνσι Άνταμς, έγινε έξαλλος με τους Νότιους συμπατριώτες του και, πεπεισμένος ότι οι νότιες πολιτείες των ΗΠΑ δεν δικαιούνταν να ζητήσουν «κούρεμα» των χρεών τους στους ξένους δανειστές, διέταξε το Αμερικανικό Ναυτικό να αποσύρει τις κανονιοφόρους του από τον ποταμό Mισισιπή. Γιατί; Για να επιτραπεί, άκουσον-άκουσον, στο Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό να πλεύσει προς τις πρωτεύσουσες των πτωχευμένων πολιτειών και, υπό την απειλή των κανονιών, να επιβάλει το «δίκαιο του δανειστή», να απαιτήσει δηλαδή και να λάβει ό,τι περιουσιακό στοιχείο υπήρχε έναντι των δανείων των Άγγλων επενδυτών. Ούτε την Τρόικα να καλούσε δεν θα έσπερνε τέτοιο πανικό στις νότιες πολιτείες!

   Φανταστείτε τον θυμό των Άγγλων όταν συνειδητοποίησαν ότι το μόνο περιουσιακό στοιχείο που τους εξασφάλιζαν τα εχέγγυα που είχαν στα χέρια τους, τα βαμβακο-ομόλογα που προανέφερα, ήταν οι σκλάβοι – οι μαύροι δούλοι εξ Αφρικής που εργάζονταν στις βαμβακοφυτείες υπό τις συνθήκες που αποτυπώνει επακριβώς ο Tαραντίνο στην ταινία του. Βλέπετε, το Βρετανικό Ναυτικό δεν βρήκε σοβαρές ποσότητες βαμβακιού για να κατασχέσει, καθώς η παραγωγή είχε μειωθεί ιδιαίτερα λόγω της πτώχευσης των λευκών αφεντικών. Μπορεί η εργασία να ήταν δωρεάν (να ένα τέλειο παράδειγμα «ελαστικής αγοράς εργασίας»), όμως οι σκλάβοι έπρεπε να τρώνε, οι φυτείες είχαν μη εργασιακό κόστος και, σε τελική ανάλυση, η ζήτηση για βαμβάκι είχε εκλείψει. Να γιατί η παραγωγή έπεσε τόσο που οι Άγγλοι ανακάλυψαν ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που μπορούσε να φέρει πίσω στην Αγγλία το Ναυτικό τους ήταν οι... δούλοι. Έλα, όμως, που στο μεταξύ η δουλεία είχε απαγορευτεί στη Βρετανία! Το αποτέλεσμα ήταν οι Άγγλοι να πουλήσουν σε ντόπιους δουλεμπόρους, βεβαίως σε εξευτελιστικές τιμές, το δικαίωμα να «κατάσχουν» δούλους, των οποίων τα αφεντικά χρώσταγαν στις τράπεζες.

   Αυτές ήταν οι συνθήκες υπό τις οποίες ο αμερικανικός Νότος πήρε φωτιά μετά το 1840. Η βία εναντίον των μαύρων σκλάβων κορυφώθηκε και οι ΗΠΑ εισήλθαν σε μία μεγάλη κρίση που δημιούργησε το παρασκήνιο μέσα στο οποίο έστησε την τελευταία του ταινία ο Tαραντίνo (η οποία διαδραματίζεται τη δεκαετία του 1850). Πολλοί θα πουν ότι, όπως εκείνη η κρίση έφερε την πραγματική ενοποίηση της Αμερικής, έτσι και η σημερινή κρίση της Ευρωζώνης μας ωθεί, αργά αλλά σταθερά, προς την Ομόσπονδη Ευρώπη. Μακάρι! Τους θυμίζω, όμως, ότι για να ενοποιηθεί η Αμερική μετά το Κραχ του 1837 έπρεπε πρώτα να ξεσπάσει ένας απάνθρωπος εμφύλιος (το 1861), στον οποίο ξεκληρίστηκε μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού απ' ό,τι στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ευρώπη. Σήμερα, στις αρχές του 2013, στην Ευρωζώνη μπορεί να έχουμε πολιτικούς όπως ο Τζον Κουίνσι Άνταμς, που προσκαλούν στα μέρη μας το «βαρύ πυροβολικό» των δανειστών μας, και σκλάβους του χρέους που δημιούργησαν άλλοι. Έναν Αβραάμ Λίνκολν που θα καταργήσει τη δουλεία και θα ενοποιήσει την ήπειρό μας, δυστυχώς, δεν φαίνεται να διαθέτουμε.

Πηγή: www.lifo.gr

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

Ο θάνατος μιας ευφυΐας




Πολλά τα άρθρα τελευταία για τον θάνατο του ιδιοφυούς (ταμπέλα-καραμέλα) Aaron Swartz.Ένα-κάπως συμπυκνωμένο- εξ'αυτών..

 Τους τελευταίος πέντε μήνες επισκέπτομαι, για ερευνητικούς λόγους, το ΜΙΤ. Το απόγευμα της Κυριακής λάβαμε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα από τον πρόεδρο του ιδρύματος, Rafael Reif:
«Προς όλα τα μέλη της κοινότητας του ΜΙΤ,
...ο Aaron Swartz, ένα χαρισματικός νέος που τον γνώριζαν και τον θαύμαζαν πολλοί στην ακαδημαϊκή μας κοινότητα έθεσε τέλος στη ζωή του... Ακόμη και για όσους δεν τον ήξεραν προσωπικά, ο βραχύς βίος του θα λάμπει από τη φλόγα της δημιουργικότητας και του ιδεαλισμού του.»
Δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί ένας εικοσιεξάχρονος επιστήμονας, που επινόησε το RSS, ίδρυσε το Reddit, σχεδίασε πλήθος άλλων εφαρμογών που άνοιξαν τις λεωφόρους της διαδικτυακής επικοινωνίας, και βοήθησε ν’ αλλάξει το καθεστώς διακίνησης ηλεκτρονικών δεδομένων, επέλεξε να βάλει τέλος στη ζωή του.
Σε αρκετούς μπορεί να προκάλεσε επίσης έκπληξη το γεγονός ότι ο πρόεδρος του ΜΙΤ (το οποίο είχε εμπλακεί σε δικαστική διένεξη με τον Aaron Swartz) έκανε εγκωμιαστικές δηλώσεις για έναν από τους πλέον διάσημους για την παραβατικότητά του, hackers.
Τα γεγονότα σε αδρές γραμμές φαίνεται να έχουν ως εξής: το φθινόπωρο του 2010 οι υπεύθυνοι του υπολογιστικού κέντρου του ΜΙΤ παρατήρησαν εξαιρετικά έντονη και δυσεξήγητη κινητικότητα στους κεντρικούς servers του πανεπιστημίου. Γρήγορα διαπίστωσαν ότι κάποιος 'κατέβαζε' εκατομμύρια κλειδωμένων σελίδων από το JSTOR, τo παλαιότερο και ίσως σημαντικότερο ηλεκτρονικό αρχείο ακαδημαϊκών δημοσιεύσεων στον κόσμο. Οι έρευνες που ακολούθησαν τους οδήγησαν σε κάποιον που δεν είχε επαγγελματική σχέση με το ΜΙΤ, τον Aaron Swartz. Ύστερα από πολύμηνες διαβουλεύσεις αποφασίστηκε να διωχθεί ποινικά. Η δίκη του Swartz επρόκειτο να ξεκινήσει σε λίγες εβδομάδες, τον Φεβρουάριο του 2013.
Αν και τυπικά το χρονικό αυτής της υπόθεσης μοιάζει σαφές, ενέχει αρκετά παράδοξα. Το πρώτο αφορά το αντικείμενο της ηλεκτρονικής διάρρηξης του Swartz: δεν επρόκειτο για κάποιο κυβερνητικό μυστικό ή οικονομικά δεδομένα, αλλά για ένα ακαδημαϊκό αρχείο που είναι άμεσα διαθέσιμο στους σπουδαστές των περισσότερων πανεπιστημίων του κόσμου.
Το δεύτερο παράδοξο είναι ότι ο Aaron Swartz δεν εκμεταλλεύτηκε τα λάφυρά του - όχι μόνο δεν επεδίωξε κάποια οικονομικά οφέλη, αλλά δεν επεχείρησε καν να τα προσφέρει στην κοινότητα των χρηστών του ίντερνετ - απ' ό,τι διαπιστώνεται ως τώρα, δεν δημοσιοποίησε ποτέ, όπως θα όριζε η ιδεολογία ενός hacker, τα αρχεία που απέκτησε. 
Το τρίτο παράδοξο ίσως να εξηγεί τους δισταγμούς, και την εξαιρετική βραδύτητα με την οποία κινήθηκε νομικά το ΜΙΤ. Οι φοιτητές του διάσημου πανεπιστημίου από την πρώτη ημέρα που περνάν το κατώφλι του ΜΙΤ ακούν ότι πρέπει να υπερβούν τα σημερινά όρια παραγωγής και διακίνησης της γνώσης, ν' ανακαλύψουν νέους ορίζοντες στην επιστήμη, να επινοήσουν τρόπους με τους οποίους θα βελτιωθεί η ζωή κάθε ανθρώπου σε αυτόν τον πλανήτη.  Υπήρχαν φωνές στο ΜΙΤ που υποστήριζαν ότι αυτό ακριβώς έκανε και ο Aaron Swartz.
Ο πρόεδρος του ΜΙΤ ανακοίνωσε ότι ζήτησε την διεξαγωγή ενδελεχούς διοικητικής έρευνας για να διαπιστωθεί αν και πώς οτιδήποτε συνέβη τα προηγούμενα δύο χρόνια μπορεί να επέδρασε στην αδόκητο θάνατο του Swartz.

Εξίσου σημαντική θεωρώ όμως και την άλλη διάσταση που τονίζεται στο μήνυμα του Reif. Είναι μια διάσταση τόσο προφανής που τείνουμε να την προσπερνάμε: την ανάγκη αναζήτησης άμεσης βοήθειας όταν πάσχουμε από κατάθλιψη. Στην εποχή μας η κατάθλιψη θερίζει, κυριολεκτικά, τις ζωές των νέων --  η δημιουργικότητα κι η υψηλή ευφυΐα, δεν είναι από μόνες τους ικανό ανάχωμα στην καταστροφική της πορεία. 
Πηγή: www.protagon.gr

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

Ο διδακτικός ρόλος των οικονομικών κρίσεων (Μέρος Α)



 Η οικονομία έχει πολλούς τρόπους να φανερώνει το πρόσωπό της.Την περίοδο αυτή,σίγουρα μας κοιτάζει αυστηρά.

 Πολλές φορές,στα απόνερα μας οικονομικής κρίσης συμπαρασύρονται άκρως διδακτικές σταγόνες .Κάτι σαν ένα βαθύτατο μα-άκρη ως άκρη-δικαιολογημένο μάθημα ιστορίας.

 Χαρακτηριστικό παράδειγμα,τα δύο άρθρα του Γιάννη Βαρουφάκη που ακολουθούν

 O Θάνατος της Σοσιαλδημοκρατίας

Το ότι το ΠΑΣΟΚ τετέλεσται, και απλώς είμαστε μάρτυρες του αργού, αναξιοπρεπή θανάτου του, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Πρόκειται για ένα κόμμα του οποίου η ηγεσία, με προεξάρχοντα τον Γιώργο Παπανδρέου, βρέθηκε να κρατά το τιμόνι της χώρας πάνω στην μεγαλύτερη φουρτούνα των τελευταίων ογδόντα ετών. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή, ο ηγέτης και η περί αυτόν ομάδα, απέτυχε να διαγνώσει την Φύση της Κρίσης και έτσι εγκλώβισε την κυβέρνησή του στην επιλογή πορείας που έθετε την ελληνική κοινωνία σε διαδικασία μαρασμού-χωρίς-τέλος.

   Έχοντας χάσει την μια ευκαιρία μετά την άλλη να αλλάξει ρότα, να πει την αλήθεια στον πολίτη, να σταματήσει να παραπλανά βουλευτές, μέλη, φίλους και την κοινή γνώμη γενικότερα, η ηγεσία του κόμματος δρομολόγησε, άθελά της, τον αργό θάνατο του ΠΑΣΟΚ. Δεν ήταν απλά και μόνο η απογοήτευση, κι ο θυμός, της κοινωνίας απέναντι στο ΠΑΣΟΚ που το πλήγωσε θανάσιμα. Όχι, ο θάνατος εξασφαλίστηκε όταν ακόμα και σημαντικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ (π.χ. ο κ. Πάγκαλος) αμφισβήτησαν την συνολική συνεισφορά του κόμματος, από το 1981 έως το 2009, ουσιαστικά υιοθετώντας την εκ δεξιών κριτική ότι το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να κάνει κοινωνική πολιτική με δανεικά και στηριζόμενο σε συντεχνίες που έθεταν το δικαίωμα στην μη παραγωγή πάνω από το κοινωνικό συμφέρον. Δεδομένου ότι τα εν λόγω στελέχη, μετά από αυτή την σημαδιακή παραδοχή, δεν έχουν να προσφέρουν ένα όραμα εναλλακτικό εκείνου της φιλελεύθερης κεντροδεξιάς (π.χ. περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις, κατάργηση συλλογικών συμβάσεων, απελευθέρωση των αγορών), το ΠΑΣΟΚ απλά δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης και, έτσι, ο θάνατός του είναι προδιαγεγραμμένος (με πιθανή μετεξέλιξή του σε υπο-πτέρυγα ενός νέου κεντροδεξιού πολιτικού σχήματος).

  Αυτή η εξήγηση του θανάτου του κόμματος που ίδρυσε ο Α. Παπανδρέου, αν και περιέχει πολλές αλήθειες, είναι ελλιπέστατη και ανίκανη να φωτίσει τα πραγματικά αίτια της συνολικής απαξίωσης της σοσιαλδημοκρατίας σε όλα τα μήκη και πλάτη της Οικουμένης. Στις γραμμές που ακολουθούν θα επιχειρηματολογήσω ότι, όπως η κρίση που χτύπησε την χώρα μας ήταν η αιχμή του δόρατος μιας παγκόσμιας Κρίσης, έτσι και το τέλος του ΠΑΣΟΚ αποτελεί την χειρότερη και πιο πρώιμη αντανάκλαση του θανάτου της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

   Πριν εξηγήσω τι εννοώ, καλώ τον αναγνώστη να αναρωτηθεί γιατί άλλα, πιο «σοβαρά», σοσιαλδημοκρατικά κόμματα βρίσκονται σήμερα, αν όχι στην τραγική θέση του ΠΑΣΟΚ, σε μια κατάσταση αποσύνθεσης και ηθικής απαξίωσης. Πάρτε για παράδειγμα το γερμανικό SPD. Αντίθετα με το ΠΑΣΟΚ, όλοι παραδέχονται ότι η «απόδραση» της Γερμανίας από το τέλμα στο οποίο είχε περιέλθει η οικονομία της την δεκαετία του 90 (μετά από πολυετή κυβέρνηση της κεντροδεξιάς) οφείλεται σε ριζοσπαστικές μεταρρυθμιστικές κινήσεις εκ μέρους του Καγκελάριου Schroeder επί των ημερών της συμμαχικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης SPD-Πρασίνων. Η συγκεκριμένη κυβέρνηση κρίνεται από την παγκόσμια κοινή γνώμη, και την γερμανική, ως απολύτως επιτυχημένη στους τομείς (Α) της μείωσης του (λεγόμενου μοναδιαίου) κόστους εργασίας, σε αγαστή συνεργασία με τα συνδικάτα, και (Β) της εξωστρεφούς «κατάκτησης» των αγορών της Ασίας όσο αφορά τα κεφαλαιουχικά αγαθά (π.χ. μηχανήματα) και της Ανατολικής Ευρώπης την οποία μετέτρεψε σε ζωτικό χώρο της βιομηχανίας της. Με αυτές τις κινήσεις, η κυβέρνηση Schroeder βοήθησε να επεκταθούν τα πλεονάσματα της χώρας τόσο εντός όσο και εκτός της Ευρωζώνης τα χρόνια που προηγήθηκαν του Κραχ του 2008. Έτσι, όταν ξέσπασε το Κραχ του 2008, και η Κρίση της Ευρωζώνης που ακολούθησε, η Γερμανία ήταν σε ισχυρή θέση τόσο στην παγκόσμια όσο και στην Ευρωπαϊκή σκακιέρα. Εν ολίγοις, αντίθετα με το ΠΑΣΟΚ, το σοσιαλδημοκρατικό SPD εισπράττει εύσημα όσον αφορά την προετοιμασία της χώρας για την Κρίση από όλους – ακόμα και από τους αντιπάλους του.

  Μάλιστα, θυμηθείτε ότι την ώρα που ξέσπασε το Κραχ του 2008, το SPD είχε χάσει τις εκλογές αλλά συμμετείχε σε κυβέρνηση συνασπισμού υπό την κα Merkel. Έτσι, το Κραχ βρήκε στο τιμόνι της οικονομίας τον σοσιαλδημοκράτη κ. Peer Steinbrück ο οποίος κατάφερε, με σύνεση και εμπειρία, να οδηγήσει την γερμανική οικονομία σε σχετικά ήρεμα νερά. Η ίδια η κα. Merkel έχει παραδεχθεί ότι, τότε, δεν είχε την εμπειρία να τα καταφέρει χωρίς τον σοσιαλδημοκράτη υπουργό της. Κι όμως: Αυτή την στιγμή, ο Steinbrück, ως ηγέτης πια του SPD, δεν καταφέρνει να επωφεληθεί από αυτή την καλή του φήμη, ούτε και από την γενική αποδοχή του θετικού ρόλου που είχε παίξει το κόμμα του κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Σύμφωνα τουλάχιστον με τις δημοσκοπήσεις, το SPD είναι μακράν του να απειλήσει την κα Merkel στις ομοσπονδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου.

   Κάτι αντίστοιχο ισχύει στην Ισπανία όπου το σοσιαλδημοκρατικό PSOE δεν μπορεί να βρει στον ήλιο μοίρα. Ό,τι ανοησία και να κάνει ο κεντροδεξιός κ. Rajoy, όση αδιέξοδη λιτότητα και να εισαγάγει η κυβέρνηση, η λαϊκή απογοήτευση δεν μεταφράζεται σε πρόθεση ψήφου υπέρ του PSOE. Γιατί; Σίγουρα όχι επειδή ο μέσος Ισπανός προσάπτει στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της χώρας την καταρράκωση της δημόσιας διοίκησης ή την διόγκωση του δημόσιου χρέους. Το 2008, όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση, τόσο το δημόσιο έλλειμμα της χώρας όσο και το δημόσιο χρέος κυμαίνονταν σε επίπεδα χαμηλότερα από τα αντίστοιχα της Γερμανίας. Μπορεί ο ιδιωτικός τομέας να είχε αναλάβει βουνά χρέους αλλά κανείς δεν μπορούσε να κατηγορήσει για αυτό την σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του κ. Zapatero. Γιατί λοιπόν σήμερα, όπως και στην περίτπωση του γερμανικού SPD, αποτυγχάνει η ισπανική σοσιαλδημοκρατία να εισπράξει οφέλη από την συνεχιζόμενη Κρίση;

   Θα μπορούσε να συνεχίσω με αντίστοιχα παραδείγματα από την Ιρλανδία, όπου το αντίστοιχο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα βρίσκεται σε κατάσταση παρακμής, την Αυστρία κ.ο.κ. Ακόμα κι η Γαλλία, όπου ο κ. Hollande διεξήγαγε νίκη σπουδαία σχετικά πρόσφατα, την νίκη αυτή δεν την οφείλει στην αύξηση της επιρροής της σοσιαλδημοκρατίας αλλά στην κούραση του εκλογικού σώματος μετά από τρεις κυβερνήσεις Γκολιστών, μετά από το θέατρο παραλόγου που εκπροσωπούσε ο κ. Sarkozy, καθώς και την ενίσχυση της Αριστεράς από την μία (που ψήφισε το Hollande) και της ακροδεξιάς από την άλλη (που δεν ψήφισε τον Sarkozy).

   Τι συνέβη λοιπόν και η σοσιαλδημοκρατία στο σύνολό της απαξιώθηκε τόσο που να ισχυρίζομαι ότι παρατηρούμε όχι μια απλή κρίση της αλλά ίσως και τον θάνατό της; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

   Η σοσιαλδημοκρατία έχει τις ρίζες της στην διάσπαση του κομμουνιστικού κινήματος (επί Β’ Διεθνούς) μεταξύ δύο μεγάλων ρευμάτων: Των μπολσεβίκων και των σοσιαλδημοκρατών, με επίκεντρο το γερμανικό SPD. Και τα δύο αυτά ρεύματα θεωρούσαν ότι ο καπιταλισμός είναι ένα προβληματικό σύστημα το οποίο ενδογενώς δημιουργεί κρίσεις, καταδικάζοντας γενιές ολόκληρες άλλοτε στην ανεργία και άλλοτε στην φτώχεια. Και οι δύο έκριναν ότι ένα οικονομικό σύστημα όπου (Α) η διάθεση του χρήματος έχει αφεθεί στις βουλές των τραπεζών, όπου (Β) η εργασία αγοράζεται και πουλιέται σαν να μην διαφέρει από τα άλλα εμπορεύματα, και (Γ) όπου η γη (και η στέγη) αποτελεί αντικείμενο κερδοσκοπίας (πάνω στο οποίο χτίζονται χρηματο-οικονομικές πυραμίδες), παράγει μεγάλες τεχνολογικές βελτιώσεις που, όμως, αντί να φέρνουν την κοινωνική ευημερία δημιουργούν όλο και μεγαλύτερη αστάθεια, όλο και μεγαλύτερες κρίσεις, όλο και βαθύτερες ανισότητες.

   Εκεί που τα δύο ρεύματα διαφώνησαν εντονότατα ήταν στο δια ταύτα. Στο τι πρέπει να γίνει. Το ένα ρεύμα (μπολσεβίκων-κομουνιστών) επέμειναν ότι η μόνη ορθολογική λύση είναι η κατάλυση του αστικού δημοκρατικού καθεστώτος πάνω στο οποίο βασίζεται το κεφάλαιο για να αναπαράγει αυτό το προβληματικό σύστημα. Το άλλο ρεύμα (οι σοσιαλδημοκράτες) διαφώνησαν προτείνοντας την χρήση των αστικο-δημοκρατικών θεσμών (π.χ. εκλογές, βουλή, κυβέρνηση) ώστε να επιβάλουν στο κεφάλαιο κανόνες που θα εκπολίτιζαν την κοινωνία και φορολογία που θα τους επέτρεπε να «εξισορροπήσουν» την κοινωνία, να σταθεροποιήσουν το οικονομικό σύστημα, και να θέσουν κανόνες στις αγορές, ιδίως σε εκείνες του χρήματος, της εργασίας και των ακινήτων.

   Στην μεταπολεμική περίοδο, όταν δόθηκε η ευκαιρία στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να κυβερνήσουν (π.χ. στην Αυστρία του Kreisky, στην Γερμανία του Brandt, στην Βρετανία των Attlee και αργότερα Wilson, στις σκανδιναβικές χώρες), κατάφεραν να αλλάξουν την Ευρώπη εφαρμόζοντας την πολιτική αναδιανομής, περιορισμού των τριών προβληματικών αγορών χρήματος-εργασίας-ακινήτων, και γενικότερα ιδρύοντας τους θεσμούς του κοινωνικού κράτους. Η μεγαλύτερη δε επιτυχία τους ήταν το ότι κατάφεραν να αλλάξουν τα κόμματα της κεντροδεξιάς, τα οποία πολύ συχνά όταν ερχόντουσαν στην εξουσία αποδέχονταν την βάση της σοσιαλδημοκρατικής ατζέντας.

   Για είκοσι τουλάχιστον χρόνια, οι σοσιαλδημοκράτες πάσχιζαν να έρθουν στην εξουσία ώστε να επιβάλουν στους βιομήχανους και εν γένει στους εκπροσώπους του κεφαλαίου, φόρους με τους οποίους να χρηματοδοτήσουν το κοινωνικό κράτος που υπόσχονταν στους πολίτες. Παράλληλα, σε μια προσπάθεια να ανταμείψουν τους βιομήχανους που αποδέχονταν αυτή την πολιτική, εισήγαγαν και νομοθεσίες φιλικές προς την δημιουργία ημι-καρτέλ, ώστε να αυξάνονται τα κέρδη των επιχειρήσεων από τα οποία, ένα μέρος, ήταν η πρώτη ύλη για τα δημόσια συστήματα υγείας, τα σχολειά κλπ.

   Η μεγάλη κρίση της σοσιαλδημοκρατίας ήρθε τα μέσα της δεκαετίας του '70, όταν ο κόσμος άλλαξε ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, του συστήματος Bretton Woods (1947-1971). Τότε, αρχής γενομένης από τις ΗΠΑ, το τραπεζικό σύστημα έσπασε τα δεσμά που δημιουργήθηκαν μετά το Κραχ του 1929 (και που στόχο είχαν να μην δοθεί ξανά η δυνατότητα στις τράπεζες να δημιουργήσουν μια νέα παγκόσμια φούσκα, όπως εκείνη που έσκασε το 1929 με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα). Η παγκοσμιοποίηση του χρηματικού κεφαλαίου, μαζί με την κρίση πληθωρισμού και ανεργίας της εποχής, μείωσε σημαντικά την δυνατότητα των σοσιαλδημοκρατών να φορολογούν το κεφάλαιο ώστε να χρηματοδοτείται το κοινωνικό κράτος. Και τότε, έψαξαν και βρήκαν άλλους τρόπους χρηματοδότησής του.

   Στην δεκαετία του '80 κάποιες σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, π.χ. του ΠΑΣΟΚ (αλλά και της πρώτης κυβέρνησης Mitterrand), χρηματοδότησαν την αναδιανομή εισοδήματος με δανεικά, ελπίζοντας ότι, κάποια στιγμή, η παραγωγή θα δημιουργούσε τα εισοδήματα από τα οποία θα αποπληρώνονταν τα δανεικά. Σε άλλες χώρες, εκεί που οι κυβερνώντες φοβόντουσαν περισσότερο τον δανεισμό (ίσως και λόγω προτεσταντικής κράσης), βρήκαν άλλη λύση: την συμμαχία με το τραπεζικό και χρηματιστικό κεφάλαιο. Παρατηρώντας τους ποταμούς χρήματος που «δημιουργούσαν» οι τράπεζες και το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα (μετά την σταδιακή του «απελευθέρωση» από τα «δεσμά» του κράτους), σκέφτηκαν ότι, αν υπόσχονταν στους τραπεζίτες όσους βαθμούς ελευθερίας εκείνοι ήθελαν, μπορούσαν να πάρουν ένα μικρό μερίδιο των υπερκερδών τους και από αυτό να χρηματοδοτήσουν το κράτος πρόνοιας στο οποίο ήταν πολιτικά ταγμένοι.

   Για να το πω απλά, όπως ο Faust έτσι και οι σοσιαλδημοκράτες εκχώρισαν την ψυχή τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με σκοπό το κοινό καλό, το κοινωνικό κράτος (και βέβαια τις καλές προσωπικές σχέσεις με τους τραπεζίτες). Πολύ περισσότερο από τα αντίστοιχα κεντροδεξιά κόμματα (με εξαίρεση ίσως τους Συντηρητικούς της κας Thatcher, τους οποίους όμως αργότερα ξεπέρασαν σε ενθουσιασμό οι Εργατικοί του κ. Blair), τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ήταν εκείνα που βοήθησαν να επιτευχθεί η πλήρης και αχαλίνωτη ελευθερία των τραπεζών να τζογάρουν, άνευ παραμικρού περιορισμού, με τις καταθέσεις των πελατών και τις συντάξεις των εργαζόμενων.

   Να σας θυμίσω ότι δεν ήταν οι Ρεπουμπλικάνοι εκείνοι που κατήργησαν τον νόμο Glass-Steagall που εμπόδιζε τις τράπεζες να επιδίδονται σε στοιχήματα παραγώγων: η κυβέρνηση Clinton ήταν, με τους υπουργούς Rubin, Summers και Geithner στην «πρωτοπορεία» – μια κυβέρνηση που ήταν όσο πιο κοντά γίνεται στην κοσμοθεωρία και ιδεολογία των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών. Το ίδιο και στην Ιταλία: η κυβέρνηση της κεντροαριστεράς υπό τον κ. Prodi ήταν που αγκάλιασε την ελευθερία της αγοράς χρήματος ως μέσο χρηματοδότησης (από τα υπερκέρδη των τραπεζιτών) του όλο και διογκούμενου κρατικού προϋπολογισμού. Στην Βρετανία, μετά την νίκη του κ. Blair, η νέα κυβέρνηση το διατυμπάνιζε: Θέλουμε την υπερ-κερδοφορία των τραπεζών του City επειδή έτσι μπορούμε να τις φορολογούμε κάπως και από αυτά τα χρήματα να ξαναφτιάξουμε το κοινωνικό κράτος που καταρράκωσε η κα Thatcher. Ακριβώς το ίδιο και στην Ισπανία (όπου το PSOE έγινε το αγαπημένο κανίς των τραπεζιτών και των εργολάβων), στην Ιρλανδία (όπου το Fianna Fail, κόμμα στα αριστέρα του Fine Gael, έδωσε γην και ύδωρ στους χειρότερους τραπεζίτες που έχει δει ο πλανήτης οι οποίοι, με την σειρά τους, δανειοδότησαν τους χειρότερους εργολάβους) αλλά και στην Γερμανία όπου το SPD ήταν εκείνο το οποίο, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 90, άναψε το πράσινο φως στις τράπεζες της Φραγκφούρτης να κάνουν τέρατα και σημεία, φτάνοντας το ποσοστό δανεισμού (με το οποίο χρηματοδοτούσαν τα στοιχήματα-παράγωγα) στο 55 προς 1 (όταν η Lehman Brothers είχε «μόλις» 30 προς 1). Όσο για τα δικά μας, οι δικοί μας εκσυγχρονιστές της κυβέρνησης Σημίτη ήταν εκείνοι που αγκάλιασαν με στοργή και αγάπη την επέκταση του τραπεζικού τομέα, την ίδρυση αγοράς παραγώγων, την χρήση των παραγώγων της Goldman Sachs για την δημιουργική μακρο-λογιστική κλπ.

   Εν κατακλείδι, στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, από το 1990 και μετά, κυριάρχησαν «εκσυγχρονιστές» που κόμισαν μια απλή συνταγή: «Αφήστε τους τραπεζίτες να αλωνίζουν ανενόχλητοι, τους επιτήδειους των hedge funds να κόβουν και να ράβουν κατά το δοκούν, τα παράγωγα να κατακλύζουν την υφήλιο, την εργασία να ελαστικοποιείται (με αποτέλεσμα η μείωση των πραγματικών μισθών να ωθεί τους εργαζόμενους στις πιστωτικές κάρτες, όταν τα επιτόκια έπεφταν ραγδαία). Γιατί; Επειδή από τα υπερκέρδη αυτών των νέων «μάγων» του χρήματος και του χρέους θα παίρνουμε ένα ποσοστό (αλλά και θα δανειζόμαστε από αυτούς με χαμηλά επιτόκια) το οποίο θα μας βοηθά να χτίζουμε το κοινωνικό κράτος.» Ο και γέγονε.

   Πράγματι, όσο η φούσκα κρατούσε, τα κράτη έπαιρναν μικρά αλλά ουκ ευκαταφρόνητα μερίδια από τα ποτάμια κερδών του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ακόμα και η ελληνική κυβέρνηση «ωφελήθηκε» από αυτά, με αποτέλεσμα, την δεκαετία 1995-2005, να αυξηθούν ιδιαίτερα οι κοινωνικές δαπάνες. Και οι τραπεζίτες; Οι τραπεζίτες δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Όσο οι σοσιαλδημοκράτες τους άφηναν να αλωνίζουν, δεν τους πείραζε καθόλου να παίρνουν κι αυτοί, οι πολιτικοί, τα ψίχουλα που έπεφταν από το τεράστιο τραπέζι τους, δίνοντάς τους και μια επίφαση κοινωνικής συνεισφοράς καθώς άκουγαν στους λόγους των σοσιαλδημοκρατών να αναφέρεται θετικά η συνεισφορά του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην «θωράκιση» της οικονομίας και του κράτους πρόνοιας.

   Ξάφνου όμως το πανηγύρι τελείωσε. Οι πυραμίδες που δημιούργησε το χρηματοπιστωτικό σύστημα κατέρρευσαν το 2008, αρχής γενομένης με την Wall Street. Τότε οι σοσιαλδημοκράτες δεν διέθεταν πλέον τα θεωρητικά εργαλεία, αλλά ούτε και τις ηθικές αξίες, που θα τους επέτρεπαν σε προγενέστερες εποχές να θέσουν το καταρρέον σύστημα στο φως της κριτικής και να μπορέσουν να διακρίνουν ότι άλλο είναι να διασώσουμε τις τράπεζες (από το Κραχ) και άλλο το να διασώσουμε, εις βάρος της κοινωνίας, τους τραπεζίτες. Εκείνη την στιγμή, αποδείχθηκαν έτοιμοι να υποχωρήσουν στις απαιτήσεις των τραπεζιτών για μεταφορά των ζημιών τους από τα λογιστικά βιβλία των τραπεζών στο δημόσιο χρέος, επιβάλλοντας μάλιστα λιτότητα όχι στους τραπεζίτες (που πτώχευσαν τις τράπεζές τους) αλλά στους πιο αδύναμους των πολιτών, που πλήρωναν και πληρώνουν την λυπητερή.

   Πως ήταν δυνατόν να κάνουν αλλιώς, οι σοσιαλδημοκράτες;

 • Έχοντας απολέσει την γνώση, που κάποτε ανέδυε η σοσιαλδημοκρατία, ότι οι αγορές χρήματος-εργασίας-ακινήτων, αν αφεθούν «ελεύθερες» δημιουργούν κραχ, κρίσεις, ανθρώπινες απώλειες,
• έχοντας θυσιάσει, στον βωμό των καλών σχέσεων με τους ανθρώπους των χρηματαγορών, την γνώση ότι οι αποτυχίες αυτών των τριών αγορών (χρήματος-εργασίας-ακινήτων) οδηγούν σε μεγαλύτερη οικονομική αστάθεια και αναποτελεσματικότητα μια κοινωνία που βασίζεται στις αγορές • έχοντας ξεχάσει πως όσο πιο πολύ βασίζεται μια οικονομία στα υπερκέρδη του χρηματοπιστωτικού συστήματος, σε αγορές εργασίας που αντιμετωπίζουν την εργασία ως ένα απλό εμπόρευμα, σε ακίνητα των οποίων οι αξίες θεωρούνται ότι θα ανεβαίνουν, και ότι πρέπει να ανεβαίνουν, τόσο πιο ασταθής, επιρρεπής στην κρίση και, εν τέλει, απολίτιστη είναι μια κοινωνία, Έχοντας λοιπόν φτάσει σε αυτό το σημείο μη συνείδησης, τους ήταν αδύνατον να σταθούν απέναντι σε εκείνους που, όπως ο Μεφιστοφελής στην περίπτωση του Faust, είχαν ήδη αποκτήσει ιδιοκτησιακά δικαιώματα στην ψυχή τους και απαιτούσαν από αυτούς να θυσιάσουν το κοινωνικό συμφέρον, και την ελπίδα αναστροφής της Κρίσης, υπέρ της Πτωχοτραπεζοκρατίας. Έτσι, όμως, η σοσιαλδημοκρατία υπέγραψε την θανατική της ποινή. Καμία κοινωνία, πλέον, δεν θα μπορέσει να την εμπιστευτεί. Θα προτιμά την κεντροδεξιά, όσο και να την αντιπαθεί, η οποία, αν μη τι άλλο, δεν υποσχέθηκε ποτέ στους αδύναμους ότι θα διεξάγει υπέρ τους τον αγώνα τον καλό εναντίον των ισχυρών.

   Συνοψίζοντας και επιστρέφοντας την συζήτηση στα ελληνικά δεδομένα, το ΠΑΣΟΚ μπορεί πράγματι να προσπάθησε, κατά την δεκαετία του 80, να κάνει αναδιανομή και κοινωνικό κράτος με δανεικά. Όμως, στην δεκαετία του 90, το ΠΑΣΟΚ «εκσυγχρονίστηκε». Νέα στελέχη του, με θαυμασμό (και μερικοί με θητεία) στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύμπαν έφεραν στην Ελλάδα την νέα πρακτική των απανταχού σοσιαλδημοκρατών: κοινωνικό κράτος με τοξικό χρήμα (δηλαδή από μερίδιο των υπερκερδών των χρηματαγορών τις οποίες οι ίδιοι οι σοσιαλδημοκράτοες βοήθησαν να λειτουργούν ανεξέλεγκτα). Κάποιοι στο ΠΑΣΟΚ αντέδρασαν (π.χ. ο Αλέκος Παπαδόπουλος). Όμως, τα ποτάμια χρήματος ήταν ασταμάτητα, ιδίως όταν η σοσιαλδημοκρατία είχε απωλέσει την κριτική της ικανότητα με την οποία κάποτε «έβλεπε» πόσο προβληματικές είναι οι ασύδοτες αγορές χρήματος, εργασίας και ακινήτων. Όταν λοιπόν ήρθε το Κραχ του 2008, το ΠΑΣΟΚ παρεσύρθη από την φούσκα που έσκαγε, χωρίς αντιστάσεις στις επιταγές του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος του οποίου τις αξίες είχε ασπαστεί πολλαπλώς. Αυτό όμως που είναι εντυπωσιακό είναι ότι, όπως η ελληνική κρίση δεν είναι παρά μια παραφυάδα της ευρωπαϊκής και διεθνούς κρίσης, έτσι και ο θάνατος του ΠΑΣΟΚ δεν είναι παρά η προαγγελία του θανάτου της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Πηγή: www.protagon.gr

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Αφήνοντας τους άλλους να καθαρίζουν για εσένα


 Εφευρέσεις οι οποίες συνήθως προβάλονται ως το ''αντικείμενο του μέλλοντος'' και ''συσκευές που θα λύσουν τα χέρια του ανθρώπου στις καθημερινές δουλειές'',πολλές καταλήγουν να ''σκάνε'' σαν παιδικές σαπουνόφουσκες.

  Από τις πρώτες συσκευές που βγήκαν στην παραγωγή ήταν η ηλεκτρική σκούπα-ρομπότ. Ο χρόνος που πήρε σε τηλεοπτικές διαφημίσεις ήταν άπλετος.



Οι πωλήσεις,ειδικά στην Ελλάδα δεν συμβάδισαν.

 Ίσως γιατί η μέση Ελληνίδα νοικοκυρά δεν μπορεί να αποχωριστεί την κλασική συνταγή: κυνηγάω τη σκόνη σέρνοντας πίσω μου ένα μηχάνημα που μουγκρίζει.

 Τα χρόνια πέρασαν και η τεχνολογία αποφάσισε να λύσει ένα άλλο καθημερινό πρόβλημα καθαριότητας.




 Η λειτουργία του Winbot 7 θυμίζει πολύ εκείνη της σκούπας-ρομπότ.(Ξεκινά χαρτογραφώντας την επιφάνεια κινούμενο σε ζιγκ-ζαγκ σχηματισμούς το οποία ακολουθείται από το σάρωμά της).

Δεν ξέρω αν το προϊόν θα τύχει μεγαλύτερης επιτυχίας από τον προκάτοχό του. Το πεδίο εφαρμογής, η πιστοποίηση της ασφάλειας καθώς και η οικονομία χρόνου και χρήματος έχει όλα τα φόντα να το καταστήσει έτσι. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από αυτό δεν υπάρχει







Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

'Ηρθε ο Πρόεδρος

Αγαπημένη ενότητα της Μούργας είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας και τα σημάδια αμνησίας, που-αν θυμάται καλά-παρουσιάζει

 


Πηγή: http://www.facebook.com/hmourga

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Οδεύουμε στη μούργα?

 Καλησπέρα και Καλή χρονιά.Κάθε τόσο θα ανεβάζω σατυρικές φωτογραφίες από τη σελίδα ενός φίλου.
 Υγεία και υπομονή.. 

   Πηγή: http://www.facebook.com/hmourga



*μούργα: παχύρευστο κατακάθι που αλλοιώνει την ποιότητα του ελαιολάδου